- ἐκπροκαλέομαι
- ἐκ-προ-καλέομαι, zu sich herausrufen, herauskommen lassen; ἐκπροκαλεσσαμένη μεγάρων, aus dem Palaste; ἄστρων ἱερὸν σέλας, anrufen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἐκπροκαλοῦμαι — ἐκπροκαλέομαι call forth to oneself pres ind mp 1st sg (attic epic doric) ἐκπροκαλέομαι call forth to oneself fut ind mid 1st sg (attic epic doric) ἐκπροκαλέομαι call forth to oneself pres ind mp 1st sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐκπροκαλεσσαμένη — ἐκπροκαλέομαι call forth to oneself aor part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)